Σύγχρονη μετανάστευση στην Ελλάδα

Σύγχρονη μετανάστευση στην Ελλάδα

Ολοκληρώθηκε ο 1ος κύκλος σεμιναρίων για τη διαχείριση του μεταναστευτικού με την Ειδική Ημερίδα: «Σύγχρονη μετανάστευση στην Ελλάδα»

«Είναι σημαντικό να ταυτοποιήσουμε τους ανθρώπους που πατάνε σε ευρωπαϊκό έδαφος, καθώς και να εντοπίσουμε τις ευάλωτες ομάδες, όπως οι ανήλικοι, οι εγκυμονούσες ή βαριά ψυχιατρικά περιστατικά για την μετέπειτα αντιμετώπισή τους αλλά και για την ασφάλεια του hot spot»

Αυτά δήλωσε μεταξύ άλλων η Διοικήτρια του Κέντρου Πρώτης Υποδοχής (ΚΥΤ) της Κω, κα Μ. Κρητικού, κατά την Ειδική Ημερίδα με τίτλο «Σύγχρονη μετανάστευση στην Ελλάδα» στο πλαίσιο του Εκπαιδευτικού Σεμιναρίου «Η Ευρωπαϊκή Διαχείριση του Μεταναστευτικού στην Ανατολική Μεσόγειο», που ολοκληρώθηκε, προχθές 11 Δεκεμβρίου 2017, στο γραφείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Αθήνα, και την οποία συντόνισε ο Αντώνης Κόντης, Καθηγητής του ΕΚΠΑ και Διευθυντής του Εργαστηρίου Μελέτης της Μετανάστευσης και Διασποράς.

Η κα Μαρία Κρητικού μοιράστηκε τη βιωματική της εμπειρία μέσα από την καθημερινή ενασχόληση με το hotspot του νησιού. Σκοπός του ΚΥΤ είναι η διαχείριση των μικτών προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών, ενώ οι διαδικασίες που ακολουθούνται πριν αλλά και μετά την άφιξη των προσφύγων στο ΚΥΤ αποδίδουν μεγάλη σημασία στην καταγραφή και ταυτοποίηση από το ειδικό κλιμάκιο. Καθοριστική χαρακτήρισε η κα Κρητικού τη συμβολή του Λιμενικού Σώματος, της ΕΛ.ΑΣ και της Frontex σε όλη αυτή την διαδικασία. Υπογράμμισε, μάλιστα, ότι για την κατανομή των προσφύγων στους οικίσκους του ΚΥΤ λαμβάνονται υπ’ όψιν και κριτήρια ευαλωτότητας. Υπογραμμίζοντας το μέγεθος της παραπληροφόρησης των ανθρώπων αυτών που καταφτάνουν στο ελληνικό έδαφος, ανέφερε ότι ακολουθεί η ενημέρωση τους για το πού βρίσκονται ενώ τους παρέχονται νομικές πληροφορίες για το δικαίωμα ασύλου και της οικειοθελούς επιστροφής. Ακολουθεί ιατρικός έλεγχος, η εξακρίβωση της ιθαγένειας τους (με την βοήθεια της Frontex), η καταγραφή προσωπικών στοιχείων και η λήψη δακτυλικών αποτυπωμάτων (άνω των 14 ετών) καθώς και η λήψη φωτογραφιών, ενώ σημαντική είναι στο στάδιο αυτό και η συνδρομή της Interpol και της Eurodac.

Απαντώντας σε ερωτήσεις που προέκυψαν η κα Κρητικού τόνισε τις δυσκολίες που προκύπτουν λόγω της παραπληροφόρησης των προσφύγων οι οποίοι πιστεύουν πως οι διαδικασίες είναι αυθαίρετες. Επίσης τόνισε πως οι διαδικασίες στην Κω ακολουθήθηκαν πιστά λόγω των ελεγχόμενων μεταναστευτικών ροών που δέχτηκε το νησί. Τέλος, γνωστοποίησε πως χάριν στον εισαγγελέα και στους επιτρόπους παρέχεται ειδική φροντίδα και μέριμνα στα ασυνόδευτα, παρ’ όλο που η στέγαση και η μετακίνηση τους στην ενδοχώρα συναντά δυσκολίες στην εφαρμογή. Αναφορικά με τα ασυνόδευτα ανήλικα, τα οποία όπως είπε, είναι πολύ λίγα στην Κω, η Υπηρεσία ενημερώνει αρχικά τον Εισαγγελέα Ανηλίκων και εν συνεχεία το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), το οποίο μεριμνά για την προστασία των ανηλίκων και την μεταφορά τους στις κατάλληλες δομές. Τέλος, εξήρε την πολύτιμη βοήθεια που προσφέρει ο Ελληνικός Στρατός.

«Για να εκπαιδεύσουμε τους πρόσφυγες πρέπει να εκπαιδεύσουμε και τους Έλληνες»

δήλωσε μεταξύ άλλων η κα Γκέλυ Αρώνη, Συντονίστρια της Ομάδας της Ομάδας Διαχείρισης, Συντονισμού και Παρακολούθησης της εκπαίδευσης των προσφύγων του Υ.Π.Ε.Π.Θ. Η κα. Αρώνη αναφέρθηκε στη λανθασμένη αντίληψη που υπάρχει στην ελληνική κοινωνία ότι όλα τα ανήλικα προσφυγόπουλα είναι μια συνεκτική ομάδα, με κοινά λίγο ως πολύ χαρακτηριστικά. Στην πραγματικότητα, ο πληθυσμός των προσφυγόπουλων είναι ιδιαιτέρως ανομοιογενής και συναντώνται πολλές διαφορετικές εθνότητες, διαφορετικά μορφωτικά επίπεδα και πολιτισμικά υπόβαθρα.

Στη συνέχεια, η κα Αρώνη παρουσίασε το έργο του Υπουργείο Παιδείας και τις δυσκολίες που στην πράξη αντιμετώπισε. Μετά την σύσταση της ειδικής επιστημονικής επιτροπής δημιουργήθηκαν και στελεχώθηκαν οι ομάδες ΣΕΠ, Συντονισμού Εκπαίδευσης Προσφύγων, οι οποίες υλοποίησαν το έργο του συντονισμού και της επικοινωνίας μεταξύ των υφιστάμενων υπηρεσιών του Υπουργείου και των διάφορων Κέντρων Φιλοξενίας. Πρόκειται για δυναμικό εβδομήντα (70) ατόμων που στάλθηκαν στα hotspots και που μεταξύ άλλων ανέλαβε τη μεταφορά των παιδιών στα σχολεία, συνεργάστηκε με πλήθος φορέων όπως το εργατικό δυναμικό των κέντρων καθώς και προσωπικό των ΜΚΟ και αλληλεπίδρασε με τις τοπικές κοινωνίες.

Κομβικό σημείο της ομιλίας της κας Αρώνη ήταν η παρουσίαση των ιεραρχημένων στόχων της ομάδας των ΣΕΠ: πρωταρχικός στόχος της ένταξης των παιδιών στο ελληνικό σχολείο είναι η επαναφορά κάποιου είδους κανονικότητας στη ζωή τους. Έπειτα έρχεται η μόρφωση και οι επιδόσεις τους. Το πρόβλημα όπως τόνισε στην αρχή ήταν διττό: από τη μια πλευρά έπρεπε να πειστούν οι γονείς-πρόσφυγες για την αναγκαιότητα της φοίτησης των παιδιών τους στα σχολεία στην Ελλάδα, όταν μάλιστα η πλειονότητα των οικογενειών αυτών δεν επιθυμεί να παραμείνει στη χώρα – από την άλλη πλευρά έπρεπε να πειστούν οι Έλληνες γονείς, οι σύλλογοι γονέων αλλά σε πολλές περιπτώσεις και οι ίδιοι οι δάσκαλοι για το δικαίωμα των παιδιών στην Παιδεία.

Όπως από τα ΜΜΕ ήδη έχει γίνει γνωστό, υπήρξαν περιπτώσεις που η υποδοχή από την τοπική κοινωνία ήταν ιδιαιτέρως εχθρική, με λουκέτα στις καγκελόπορτες των σχολείων και συγκεντρώσεις γονέων που αντιδρούσαν στη φοίτηση των προσφυγόπουλων. Πάντως σε επόμενη φάση, το πρόγραμμα έχει συμπληρωθεί από καινούργιες δομές, τις ΔΥΕΠ -Δομές Υποδοχής Εκπαίδευσης Προσφύγων-, στις οποίες τα παιδιά φοιτούν τα απογεύματα στα σχολεία με ένα ειδικά διαμορφωμένο για αυτά πρόγραμμα, ώστε να γίνει ομαλότερα η ένταξή τους στο ελληνικό σχολείο.

Όσον αφορά στις εξελίξεις για το τρέχον σχολικό έτος, 2017-2018, η κα Αρώνη ανέφερε αύξηση των μαθητών στα πρωινά σχολεία, ίδρυση τάξεων υποδοχής και για τα Β/βάθμια σχολεία, ίδρυση ΣΕΠ πόλεων και τέλος έναρξη εγγραφών παιδιών και από τα κέντρα φιλοξενίας/hotspots στα νησιά του Αιγαίου. Tο έργο που έχει μέχρι στιγμής υλοποιηθεί από το Υπουργείο όσον αφορά στην τυπική εκπαίδευση των παιδιών παρουσιάστηκε ως μια μεγάλη και σημαντική πρόοδος στον ακόμη μακρύ δρόμο για την αντιμετώπιση του ευρύτερου ζητήματος.

«Είναι πολύ δύσκολο και επικίνδυνο να στηριχτεί κανείς στη μετανάστευση για τη λύση του δημογραφικού προβλήματος»,

επεσήμανε η κα Αλεξάνδρα Τραγάκη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, στην εισήγησή της για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μετανάστευση ως εργαλείο δημογραφικής πολιτικής. Παρά το γεγονός πως ο 20ος αιώνας χαρακτηρίστηκε από ταχύτατη αύξηση του πληθυσμού, μετά τη δεκαετία του 1970 τα δεδομένα φαίνεται να ανατρέπονται. Όπως επεσήμανε η μείωση της γονιμότητας σε συνδυασμό με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής έχουν δημιουργήσει ένα σημαντικό δημογραφικό πρόβλημα στη Γηραιά Ήπειρο, την Ευρώπη, και έχουν οδηγήσει σε πληθυσμιακή γήρανση, μια κατάσταση η οποία μοιάζει μη αναστρέψιμη. Η νέα δημογραφική πραγματικότητα, συνεπώς, δημιουργεί την ανάγκη νέων τρόπων αντιμετώπισης των προκλήσεων.

Όπως υπογράμμισε η κα Τραγάκη μέχρι το 2050 όχι μόνο θα έχει συρρικνωθεί ο πληθυσμός της Ευρώπης αλλά θα χαρακτηρίζεται και από έντονες γεωγραφικές διαφοροποιήσεις με τη Νότια και Ανατολική Ευρώπη να αντιμετωπίζουν σημαντικότερα δημογραφικά προβλήματα από τη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη. Αναφερόμενη μάλιστα στην Ελλάδα η Καθηγήτρια επεσήμανε τα ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά γονιμότητας και την έντονη τάση συρρίκνωσης του πληθυσμού. Εν συνεχεία, κατονόμασε τρεις δημογραφικούς παράγοντες, οι οποίοι θα μπορούσαν να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή της αναλογίας των ηλικιακών ομάδων : η γονιμότητα , η θνησιμότητα και η μετανάστευση. Απορρίπτοντας, όμως τους δύο πρώτους παράγοντες τόνισε πως η μετανάστευση, η οποία έχει ήδη χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πολιτικής για τη μείωση του δημογραφικού προβλήματος από 24 χώρες παγκοσμίως, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την Ευρώπη προκειμένου να διασφαλίσει τη θέση της. Ωστόσο, το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση θα ήταν το να ορίσουμε ποιος είναι ο τελικός στόχος μας. Όπως υπογραμμίζει είτε επιδιώκουμε την διατήρηση του πληθυσμού, είτε τη διατήρηση του εργατικού δυναμικού, είτε τη διατήρηση της αναλογίας εργαζομένων/συνταξιούχων, οι απαιτήσεις για αντικατάσταση του πληθυσμού είναι τόσο μεγάλες που κάνουν και αυτή τη λύση μη βιώσιμη, υπό το φόβο οικονομικών, πολιτιστικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων που θα προκύψουν.

“Το προσφυγικό ζήτημα είναι μέρος του μεταναστευτικού φαινομένου”

επεσήμανε ο κ. Βασίλης Παπαδόπουλος, Συντονιστής της Νομικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες και ειδικός σε θέματα μεταναστευτικού δικαίου. Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή του μεταναστευτικού φαινομένου, ο κ. Παπαδόπουλος αναφέρθηκε στην πρώτη εμπειρία που βίωσε η Ελλάδα με το προσφυγικό κύμα του 1920, το οποίο διαμόρφωσε την σύγχρονη μορφή του Ελληνικού κράτους. Όμως, “το 2015, η προσφυγική κρίση, συντάραξε την Ευρώπη και κλόνισε τους νομοθετικούς της πυλώνες”. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις διάφορες μεταναστευτικές ροές που έχει δεχτεί η Ελλάδα κατά το 1980-1990 και στα κύματα νομιμοποίησής τους καθώς και στις μικτές μεταναστευτικές ροές από το 2004 και διασαφήνισε πως ο διαχωρισμός των όρων πρόσφυγα και μετανάστη «είναι ευρωπαϊκή εφεύρεση, τα διεθνή πάνελ επιμένουν στον όρο μετανάστης».

Ο κ. Παπαδόπουλος επισήμανε πως η Ε.Ε πρέπει να συνεχίσει να χειρίζεται το θέμα με σεβασμό στις ευρωπαϊκές αξίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ επιμένει στην κρισιμότητα της διαχείρισης των παράτυπων μεταναστών οι οποίοι πέφτουν –συνήθως- θύματα οικονομικής εκμετάλλευσης και στην αναγκαιότητα απόκτησης πρόσβασης σε όλες τις δομές κοινωνικής προστασίας. Σε απάντηση ερωτήσεων που δέχτηκε ανέφερε πως ο ρόλος της Ελλάδας όπως και των χωρών του Ευρωπαϊκού Νότου περιορίστηκε στο να είναι χώρες διέλευσης-transit, ενώ χαρακτήρισε την εφαρμογή της Δήλωσης ΕΕ-Τουρκίας ως εναρμονισμένη διοικητική πρακτική και όχι ως διεθνή συμφωνία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Τέλος, επεσήμανε ότι τρεις είναι οι προκλήσεις για την μελλοντική διαχείριση: η ανάγκη παροχής κοινωνικής προστασίας στον πληθυσμό των μεταναστών, η διαχείριση των παράνομα διαμενόντων μεταναστών και η διαχείριση των προσφύγων.

Ο κ. Νικήτας Κανάκης, Επικεφαλής των Γιατρών του Κόσμου, κατέκρινε τη στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στο πρόβλημα της διαχείρισης της προσφυγικής κρίσης, αξιολογώντας τις ενέργειές της όπως τη συμφωνία Ευρώπης-Τουρκίας ως απόπειρες αποποίησης των ευθυνών της για κατά μέτωπο αντιμετώπιση του προβλήματος. Πράγματι, αναγνώρισε πως επιτεύχθηκε μέσω αυτής ένας έλεγχος του μεγέθους της ροής, προς το παρόν τουλάχιστον. Ανέδειξε, ωστόσο, το παράλογο της Συμφωνίας, της διάκρισης των ανθρώπων σε όσους εισήλθαν στη χώρα μας πριν το Μάρτιο του 2016 και σε όσους εισήλθαν μετά, με τις πρώτες περιπτώσεις να βιώνουν μια ασύγκριτα πιο ευνοϊκή πραγματικότητα από τις δεύτερες, που είναι παγιδευμένοι στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης επ’ αόριστον. Στηλίτευσε κυρίως τη συμφωνία με τη Λιβύη για την εκεί κράτηση διά της βίας των ανθρώπων που αναζητούν ένα καλύτερο μέλλον και τις βάσιμες υποψίες για συνεργασία και οικονομικούς διακανονισμούς με δίκτυα διακινητών ανθρώπων (smugglers) ως ντροπιαστικές και εκ διαμέτρου αντίθετες με τα ιδεώδη και θεμελιώδεις αρχές της ΕΕ.

Το κύριο συμπέρασμα του για την κορύφωση της προσφυγικής κρίσης το 2015 ήταν ότι αυτή αντιμετωπίστηκε με κάποια επιτυχία μεν, αλλά από την κινητοποίηση της Κοινωνίας των Πολιτών και τις οργανώσεις της, και λιγότερο από την πολιτεία και το επίσημο κράτος. Και αντίθετα με τη σχετική ικανοποίησή του από την υποδοχή των ροών, βρίσκει τον από δω και πέρα σχεδιασμό ιδιαιτέρως προβληματικό και ανεπαρκή. Όσον αφορά στα ζητήματα μόνιμης εγκατάστασης και ενσωμάτωσης των νεοαφιχθέντων στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, η Ελλάδα και η ΕΕ φαίνονται ανέτοιμες να τα καταφέρουν.

Ως μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης σε σχέση με τη μετανάστευση και τις μετακινήσεις πληθυσμών ο κ. Κανάκης πρότεινε:

  • τη διενέργεια δημόσιου διαλόγου που θα αποκρυσταλλωθεί έπειτα σε συγκεκριμένες πολιτικές,

  • την εξασφάλιση της πρόσβασης στην υγεία για όλους, και τέλος

  • τη θέσπιση κανόνων από την πολιτεία που αντιμετωπίζουν ισότιμα όλους τους ανθρώπους.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *